Μετάφραση του "dole" σε Ελληνικά
Οι ελεημοσύνη, βοήθημα, επίδομα ανεργίας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dole" σε Ελληνικά.
dole
verb
noun
γραμματική
To distribute in small amounts; to share out, small portions of a meagre resource. [..]
-
ελεημοσύνη
noun feminineThe EU must not dole out money indiscriminately, without asking whether the authorities in Khartoum are ensuring that basic standards are met.
Η ΕΕ δεν πρέπει να μοιράζει αδιακρίτως ελεημοσύνη, χωρίς να ρωτά κατά πόσον οι αρχές στο Χαρτούμ διασφαλίζουν την εκπλήρωση των βασικών αρχών.
-
βοήθημα
Noun -
επίδομα ανεργίας
Noun neuterSold the family empire off to the Poms, and they put everyone here on the dole.
Sold την οικογενειακή αυτοκρατορία μακριά στην Poms, και βάζουν όλοι εδώ για το επίδομα ανεργίας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dole " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "dole" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δίνω με το σταγονόμετρο · διανέμω · μοιράζω
-
θλιβερός · θλιμμένος · λυπημένος · λυπηρός · πονεμένος
-
άνεργος
-
με το σταγονόμετρο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη