Μετάφραση του "dollop" σε Ελληνικά

Οι κομμάτι, σβώλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dollop" σε Ελληνικά.

dollop verb noun γραμματική

a lump, scoop or considerable quantity of something. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κομμάτι

    noun neuter
  • σβώλος

    masculine

    How many pinches to a dollop?

    Πόσες δόσεις είναι ένας σβώλος;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dollop " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dollop" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη