Μετάφραση του "dolor" σε Ελληνικά

Οι θλίψη, πόνος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dolor" σε Ελληνικά.

dolor noun γραμματική

(literary) sorrow, grief, misery or anguish [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • θλίψη

    noun feminine

    Lo siento, Lupe, tengo mucho dolor.

    Συγνώμη, Λούπε, έχω πολύ θλίψη.

  • πόνος

    noun masculine

    En lugar de morir en vano es mejor morir con dolor

    Αντί να πεθάνω μάταια, θα πεθάνω με πόνους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dolor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dolor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Ντολόρες Ιμπαρρούρι
  • αλγεινός · επίπονος · θλιβερός · λυπημένος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dolor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη