Μετάφραση του "dominance" σε Ελληνικά
Οι κυριαρχία, υπεροχή, επικράτηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dominance" σε Ελληνικά.
The state of being dominant; of prime importance; supremacy. [..]
-
κυριαρχία
noun feminineThe need to dominate is often a consequence of survival.
Η ανάγκη για κυριαρχία καμμιά φορά έχει επίπτωση στην επιβίωση.
-
υπεροχή
noun feminineThe dominance of “medium” ratings in intermediated operations usually reflects the quality of the financial intermediaries.
Η αριθμητική υπεροχή των «μεσαίων» βαθμολογιών στις πράξεις αντικατοπτρίζει συνήθως την ποιότητα των ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών.
-
επικράτηση
This indicates the percentage dominance of one or two enterprises which dominate the data and make it confidential.
Δηλώνει την ποσοστιαία επικράτηση μιας ή δύο επιχειρήσεων που κατέχουν τα στοιχεία και τα καθιστούν εμπιστευτικά.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εξουσία
- έλεγχος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dominance " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "dominance" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Επικρατέστερος, υπερισχύων
-
κυρίαρχο στοιχείο ελέγχου
-
ανδροκρατικός, φαλλοκρατικός · ανδροκρατούμενος
-
Κοσμοκρατορία · παγκόσμια κυριαρχία
-
επικρατούν μήκος κύματος
-
ασώματες δυνάμεις
-
δεσπόζω · επικρατώ · κυριαρχώ
-
δεσπόζω · διευθύνω