Μετάφραση του "donnish" σε Ελληνικά
Το σχολαστικός είναι η μετάφραση του "donnish" σε Ελληνικά.
donnish
adjective
γραμματική
(of a person) Bookish, theoretical and pedantic, as opposed to practical. [..]
-
σχολαστικός
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " donnish " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη