Μετάφραση του "door" σε Ελληνικά

Οι πόρτα, θύρα, κατώφλι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "door" σε Ελληνικά.

door verb noun γραμματική

A portal of entry into a building or room, consisting of a rigid plane movable on a hinge. Doors are frequently made of wood or metal. May have a handle to help open and close, a latch to hold the door closed, and a lock that ensures the door cannot be opened without the key. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πόρτα

    noun feminine

    portal of entry into a building, room or vehicle [..]

    I closed the door so no one could hear us.

    Έκλεισα την πόρτα για να μη μας ακούει κανείς.

  • θύρα

    noun feminine

    portal of entry into a building, room or vehicle [..]

    The integrity of door closure and blocking on passenger trains must be permanently indicated.

    Η ακεραιότητα του συστήματος κλεισίματος και καθήλωσης των θυρών σε επιβατικές αμαξοστοιχίες πρέπει να επισημαίνεται μονίμως.

  • κατώφλι

    noun neuter

    She threw it at me on her way out the door.

    Μου την πέταξε περνώντας το κατώφλι του σπιτιού.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άνοιγμα
    • Πόρτα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " door " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Door

ISO 639-6 entity

+ Προσθήκη

"Door" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Door στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "door"

Φράσεις παρόμοιες με "door" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • επί θύραις
  • υποδέχομαι κπ
  • ετοιμοθάνατος · με το ένα πόδι στον τάφο · στο κατώφλι τού θανάτου · του θανατά
  • χτυπώ δυνατά την πόρτα
  • από δίπλα · δίπλα · διπλανός · παράπλευρος, παρακείμενος, προσκείμενος · παραπλεύρως
  • δίπλα σε · παρακείμενος σε · στα πρόθυρα (+Γεν.)
  • προ τών θυρών · προ τών πυλών · προ τών τειχών
  • εν κρυπτώ (και παραβύστω) · κεκλεισμένων των θυρών · στα κρυφά
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "door" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη