Μετάφραση του "dopey" σε Ελληνικά

Οι ηλίθιος, κοιμισμένος, ναρκωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dopey" σε Ελληνικά.

dopey adjective γραμματική

Stupid, silly. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ηλίθιος

    noun masculine

    Oh... so I guess that dopey look in your eye when she's around is just that.

    Απλώς την κοιτάς σαν ηλίθιος.

  • κοιμισμένος

    adjective masculine
  • ναρκωμένος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dopey " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dopey" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη