Μετάφραση του "dose" σε Ελληνικά

Οι δόση, ποσότητα, Δόση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dose" σε Ελληνικά.

dose verb noun γραμματική

A measured portion of medicine taken at any one time. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δόση

    noun feminine

    quantity of an agent administered at any one time [..]

    Even a very low dose can cause cancer.

    Ακόμη και μία πάρα πολύ μικρή δόση μπορεί να προκαλέσει καρκίνο.

  • ποσότητα

    noun feminine

    The amount of test substance administered. Dose is expressed as weight of test substance (g, mg) per unit weight of test animal (e.g., mg/kg), or as weight of food or drinking water.(Source: LEE)

    In the experimental group the additive shall generally be given at ten times the highest recommended dose.

    Στην πειραματική ομάδα η πρόσθετη ύλη χορηγείται γενικά σε ποσότητα δεκαπλάσια της μέγιστης συνιστώμενης δόσης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dose " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Dose
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Δόση

    — Dose according to the degree of soil, and the water hardness.

    — Δόση ανάλογα με τον βαθμό ρυπαρότητας των ρούχων και με τη σκληρότητα του νερού.

Φράσεις παρόμοιες με "dose" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dose" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη