Μετάφραση του "doubling" σε Ελληνικά
Το διπλασιασμός είναι η μετάφραση του "doubling" σε Ελληνικά.
doubling
verb
noun
Present participle of double. [..]
-
διπλασιασμός
NounConsequently, doubling the weight multiplies by 16 the amount of damage to the road.
Συνεπώς, ο διπλασιασμός του βάρους πολλαπλασιάζει επί δεκαέξι τη ζημία στο οδόστρωμα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " doubling " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "doubling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ψύξη μέσω επαφής σε δύο πλευρές
-
κοντραμπάσο
-
Μείκτης διπλής εξισορρόπησης
-
διπλή μόνωση
-
αρχή τού "ου δις δικάζειν" · αρχή τού δεδικασμένου · διπλή ενοχοποίηση
-
διπλό τυφλό τεστ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη