Μετάφραση του "dough" σε Ελληνικά

Οι ζύμη, παράδες, φράγκα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dough" σε Ελληνικά.

dough verb noun γραμματική

A thick, malleable substance made by mixing flour with other ingredients such as water, eggs, and/or butter, that is made into a particular form and then baked. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ζύμη

    noun feminine

    mix of flour and other ingredients

    They probably let the dough sit before they roll it.

    Προφανώς αφήνουνε τη ζύμη να στεγνώσει, πριν τα τυλίξουν.

  • παράδες

    noun m-p

    money (slang)

    You know, give her the dough, she'll give you the show.

    Ξέρετε, δώστε της τους παράδες και θα σας προσφέρει το σόου.

  • φράγκα

    n-p

    money (slang)

    It'll give us enough dough to make another start.

    Θα πάρουμε αρκετά φράγκα να ξεκινήσουμε και πάλι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ζυμάρι
    • παραδάκι
    • λεφτά
    • χρήμα
    • φύραμα
    • μαλλί
    • χρήματα
    • Ζυμάρι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dough " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "dough"

Φράσεις παρόμοιες με "dough" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dough" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη