Μετάφραση του "dowel" σε Ελληνικά

Το Πείρος είναι η μετάφραση του "dowel" σε Ελληνικά.

dowel verb noun γραμματική

A pin, or block, of wood or metal, fitting into holes in the abutting portions of two pieces, and being partly in one piece and partly in the other, to keep them in their proper relative position. [..]

Αυτόματες μεταφράσεις του " dowel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
+ Προσθήκη

"dowel" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το dowel στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Dowel
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πείρος

    I go to a place where a dowel splits off.

    Πηγαίνω σ' ένα σημείο όπου σχίζεται ένας ξύλινος πείρος.

Εικόνες με "dowel"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dowel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη