Μετάφραση του "dower" σε Ελληνικά

Το προίκα είναι η μετάφραση του "dower" σε Ελληνικά.

dower verb noun γραμματική

(law) that part of a deceased's property provided to his widow [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προίκα

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dower " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dower" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη