Μετάφραση του "downsizing" σε Ελληνικά
Οι μείωση μεγέθους, μείωση προσωπικού, περικοπή δαπανών είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "downsizing" σε Ελληνικά.
downsizing
noun
verb
γραμματική
Present participle of downsize. [..]
-
μείωση μεγέθους
-
μείωση προσωπικού
As rumors go, downsizing ones tend to go viral.
Όπως λένε οι φήμες, η μείωση προσωπικού έχει την τάση να εξαπλώνεται.
-
περικοπή δαπανών
noun -
περιστολή δαπανών
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " downsizing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "downsizing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
καταβιβάζω · καταδέχομαι · κατεβάζω · μειώνω · μειώνώ · σμικρύνω, συρρικνώνω · χαμηλώνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη