Μετάφραση του "dowsing" σε Ελληνικά

Οι ραβδοσκοπία, υδροσκοπία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dowsing" σε Ελληνικά.

dowsing noun verb γραμματική

The practice of seeking water or other substances (usually liquid) with the aid of a forked stick or similar pointing device, as believed by some practitioners to derive from supernatural power. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ραβδοσκοπία

    feminine
  • υδροσκοπία

    feminine

    water seeking practice

    The farmer was practicing what is often called dowsing, water witching, or water divining.

    Ο αγελαδοτρόφος ασκούσε αυτό που συχνά λέγεται ραβδοσκοπία, ραβδομαντεία ή υδροσκοπία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dowsing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dowsing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βρέχω · μουσκεύω
  • ραβδοσκοπώ
  • βρέχω · μουσκεύω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dowsing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη