Μετάφραση του "drag" σε Ελληνικά

Οι σέρνω, οπισθέλκουσα, σύρω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "drag" σε Ελληνικά.

drag verb noun γραμματική

(transitive) To pull along a surface or through a medium, sometimes with difficulty. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σέρνω

    verb

    To move an item on the screen by selecting the item and then pressing and holding down the mouse button while moving the mouse.

    But i can't go on dragging you around like a hunted animal.

    Αλλά δεν μπορώ να σε σέρνω σαν κυνηγημένο ζώο.

  • οπισθέλκουσα

    noun feminine

    resistance of the air or some other fluid

    In this case no input data on air drag shall be provided.

    Στην περίπτωση αυτή, δεν παρέχονται δεδομένα εισόδου σχετικά με την οπισθέλκουσα.

  • σύρω

    verb

    Not really, I got to drag him around too.

    Όχι τόσο, μετά έπρεπε να τον σύρω κι εγώ!

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τραβώ
    • παρατείνω
    • χρονίζω
    • έλκω
    • Αντίσταση
    • αντίσταση
    • έλκηθρο
    • μπελάς
    • τροχοπέδη
    • σέρνομαι
    • αγγαρεία
    • κώλυμα
    • τραβιέμαι
    • εμπλέκομαι
    • ψάχνω
    • βραδυπορώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " drag " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Drag
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ντύσιμο με ρούχα του αντίθετου φύλου

  • Σύρω, έλκω

Φράσεις παρόμοιες με "drag" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "drag" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη