Μετάφραση του "draining" σε Ελληνικά
Το στράγγιση είναι η μετάφραση του "draining" σε Ελληνικά.
draining
adjective
noun
verb
γραμματική
Present participle of drain. [..]
-
στράγγιση
It is specified that the salting is carried out at the end of the draining.
Διευκρινίζεται ότι το αλάτισμα πραγματοποιείται αμέσως μετά τη στράγγιση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " draining " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "draining" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Διαρροή οχετού οφειλόμενη στην πύλη
-
εξανεμίζομαι · πάω στράφι · πέφτω στο κενό
-
διαρροή εγκεφάλων · διαρροή επιστημονικού δυναμικού · μετανάστευση επιστημόνων
-
Πεταμένα λεφτά
-
αδειάζω · αδυνατίζω · αποξηραίνω · αποστράγγιση · αποχέτευση · αυλάκι · διαρρέω · εξαντλώ · εξασθενώ · ξηραίνω · οχετός · σιφόνι · στραγγίζω · σωλήνας · υπόνομος · φρεάτιο
-
υπόνομος · υπόνομος ομβρίων · φρεάτιο
-
ενεργοβόρα συσκευή
-
"οχετός" ρεύματος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη