Μετάφραση του "drastic" σε Ελληνικά

Το δραστικός είναι η μετάφραση του "drastic" σε Ελληνικά.

drastic adjective γραμματική

Extreme, severe. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δραστικός

    adjective masculine

    Thus, a drastic change in one area is quickly felt in another.

    Έτσι μια δραστική αλλαγή σε μια περιοχή γίνεται γρήγορα αισθητή σε μια άλλη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " drastic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "drastic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη