Μετάφραση του "drift" σε Ελληνικά

Οι ρεύμα, τάση, παρασύρω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "drift" σε Ελληνικά.

drift verb noun γραμματική

The act or motion of drifting; the force which impels or drives; an overpowering influence or impulse. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρεύμα

    noun neuter

    We'd open the sluices and they would just drift off downstream never to be seen again.

    Θα ανοίξουμε τους υδατοφράκτες θα ακολουθήσουν το ρεύμα, και δεν θα τα ξαναδούμε ποτέ.

  • τάση

    noun feminine

    I worry about a drift towards green tariffs justified on the basis of such spurious claims.

    Με ανησυχεί μια τάση που επικρατεί προς πράσινους δασμούς, η οποία βασίζεται σε παρόμοιους ψευδείς ισχυρισμούς.

  • παρασύρω

    verb

    Dolphins are vulnerable to drift nets and towed pelagic gears.

    Τα δελφίνια είναι ευάλωτα στα παρασυρόμενα δίχτυα και στον ελκόμενο πελαγικό εξοπλισμό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • περιφέρομαι
    • μετατόπιση
    • κατεύθυνση
    • απόκλιση
    • παρασύρω ,ρευμα
    • σωρός
    • χαζολογάω
    • ξεφεύγω
    • παραδέρνω
    • παραστρατώ
    • συμπαρασύρω
    • χασομεράω
    • ωθούμαι
    • περιπλανώμαι
    • τριγυρίζω
    • πλανώμαι
    • παρασύρομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " drift " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Drift
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ολίσθηση, διολίσθηση

Εικόνες με "drift"

Φράσεις παρόμοιες με "drift" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Τυχαία ή μη προγραμματισμένη αλλαγή
  • ολίσθηση συχνότητας
  • απομακρυνθήκαμε
  • Μετατόπιση των ηπείρων · μετατόπιση των ηπείρων · μετατόπισις των ηπείρων
  • αντιστάθμιση ολίσθησης
  • αποκλίνω · απομακρύνομαι · ξεμακραίνω
  • αστικοποίηση
  • αλιεία με παρασυρόμενο δίχτυ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "drift" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη