Μετάφραση του "drill" σε Ελληνικά

Οι άσκηση, δράπανο, τρυπώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "drill" σε Ελληνικά.

drill verb noun γραμματική

(transitive) To create (a hole) by removing material with a drill [ tool ]. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άσκηση

    noun feminine

    activity done as an exercise or practice [..]

    Since security section ran that drill, it's not connected to the main network.

    Μετά την άσκηση ασφαλείας δεν είναι στο δίκτυο.

  • δράπανο

    noun neuter

    tool

    Zabrinczski, there's an ice drill in that building over there, the orange one.

    Zabrinczski, υπάρχει ένα δράπανο πάγου, σε εκείνο το κτήριο εκεί πέρα, στο πορτοκαλί.

  • τρυπώ

    verb

    to make a hole

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γυμνάζω
    • γυμνάσιο
    • τρυπάνι
    • εκπαιδεύω
    • ασκώ
    • γυμνάζομαι
    • εκπαίδευση
    • άσκηση ετοιμότητας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " drill " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Drill
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Τρυπάνι, τρυπώ

Εικόνες με "drill"

Φράσεις παρόμοιες με "drill" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "drill" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη