Μετάφραση του "drinkable" σε Ελληνικά

Οι πόσιμος, ποτό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "drinkable" σε Ελληνικά.

drinkable adjective noun γραμματική

(usually in plural) That which can be drunk. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πόσιμος

    adjective masculine

    safe to drink [..]

    Milk-based products and drinkable yoghurt products delivered in a single dose

    Προϊόντα με βάση το γάλα και πόσιμα προϊόντα με βάση το γιαούρτι που διατίθενται σε ατομικές δόσεις

  • ποτό

    noun neuter

    Any one of various liquids for drinking.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " drinkable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "drinkable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη