Μετάφραση του "driver" σε Ελληνικά

Οι οδηγός, μηχανοδηγός, αυτοκινητιστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "driver" σε Ελληνικά.

driver noun γραμματική

One who drives something, in any sense of the verb to drive. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οδηγός

    noun masculine m;f masculine;feminine

    program acting as interface between an application and hardware [..]

    Tom is our driver.

    Ο Τομ είν' ο οδηγός μας.

  • μηχανοδηγός

    noun masculine m;f masculine;feminine masculine, feminine

    person who drives some other vehicle [..]

    The driver shall run on sight until the next trackside signal.

    Ο μηχανοδηγός κινείται εν όψει μέχρι το επόμενο παρατρόχιο σήμα.

  • αυτοκινητιστής

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αμαξάς
    • παράγοντας
    • μοχλός
    • σοφέρ
    • καροτσέρης
    • καταλύτης
    • αιχμή τού δόρατος
    • διαμορφωτής
    • καταλυτικός παράγοντας
    • κινητήρια δύναμη
    • κινούν αίτιο
    • οδηγητής
    • πρόγραμμα οδήγησης
    • ταγός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " driver " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Driver proper

A surname.

+ Προσθήκη

"Driver" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Driver στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "driver"

Φράσεις παρόμοιες με "driver" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "driver" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη