Μετάφραση του "droop" σε Ελληνικά
Οι χαμηλώνω, μαραίνομαι, βουλιάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "droop" σε Ελληνικά.
droop
verb
noun
γραμματική
(intransitive) To sink or hang downward; to sag. [..]
-
χαμηλώνω
verb -
μαραίνομαι
verbThe flowers droop in your absence.
Τα λουλούδια μαραίνονται όταν λείπετε.
-
βουλιάζω
Verb verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εξασθενίζω
- κάνω κοιλιά
- καμπουριάζω
- κρεμάω
- φθίνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " droop " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Droop
-
Γέρνω, κρέμομαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη