Μετάφραση του "drought" σε Ελληνικά
Οι ξηρασία, ανομβρία, Ξηρασία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "drought" σε Ελληνικά.
A period of below average rain fall, longer and more severe than a dry spell [..]
-
ξηρασία
noun femininea period of below average rain fall [..]
Periods of summer drought and heavy rainstorms are rare.
Τα επεισόδια θερινής ξηρασίας και οι έντονες ραγδαίες βροχοπτώσεις σπανίζουν.
-
ανομβρία
noun feminineAs you well know, the drought has parched the city to the point of madness.
Όπως πολύ καλά γνωρίζετε, η ανομβρία έχει στεγνώσει την πόλη, σε σημείο παροξυσμού.
-
Ξηρασία
εκτεταμένη περίοδος μειωμένων βροχοπτώσεων
Periods of summer drought and heavy rainstorms are rare.
Τα επεισόδια θερινής ξηρασίας και οι έντονες ραγδαίες βροχοπτώσεις σπανίζουν.
-
λειψυδρία
He can stop floods, end droughts grow enough for everybody!
Mπoρεί vα σταματήσει πλημμύρες και λειψυδρία vα καλλιεργήσει αρκετά για όλoυς!
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " drought " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "drought"
Φράσεις παρόμοιες με "drought" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αντιμετώπιση της ξηρασίας
-
έντονες ξηρασίες