Μετάφραση του "drummer" σε Ελληνικά

Οι ντράμερ, τυμπανιστής, ντραμίστας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "drummer" σε Ελληνικά.

drummer noun γραμματική

(music) One who plays the drums. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ντράμερ

    masculine

    percussionist who creates and accompanies music using drums

    The drummer's Bureau, worked cyber out of our office.

    Ο ντράμερ, εργαζόταν ως εξωτερικός συνεργάτης με το γραφείο μας.

  • τυμπανιστής

    The drummer here will play a slow marching cadence of twenty beats.

    Ο τυμπανιστής θα παίζει ένα αργό, ρυθμό πορείας είκοσι παλμών.

  • ντραμίστας

    masculine

    I was known as “the long-haired guy,” “the rock star,” or “the drummer.”

    Ήμουν γνωστός ως «ο μακρυμάλλης», «ο ροκ σταρ» ή «ο ντραμίστας».

  • τύμπανο

    noun neuter

    " Do you march to the beat of your own drummer?

    " Παίζεις στο τύμπανο το δικό σου σκοπό ";

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " drummer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "drummer"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "drummer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη