Μετάφραση του "drying" σε Ελληνικά

Οι στέγνωμα, αποξήρανση, Ξήρανση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "drying" σε Ελληνικά.

drying verb noun

Present participle of dry. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στέγνωμα

    The process of partially or totally removing water or other liquids from a solid.

    The product performs several functions such as heating water, spraying water and drying the area.

    Το προϊόν επιτελεί διάφορες λειτουργίες, όπως θέρμανση νερού, ψεκασμό με νερό και τοπικό στέγνωμα.

  • αποξήρανση

    Noun

    The plant included a steam generator as well as a drying facility for the thermal drying of sugar beet pulp.

    Το εργοστάσιο περιλάμβανε ατμογεννήτρια και εγκατάσταση αποξηράνσεως για τη θερμική αποξήρανση του πολτού ζαχαροτεύτλων.

  • Ξήρανση

    removal of water or another solvent by evaporation

    Quantity losses due to drying shall not be included when calculating the tolerance for conservation.

    Οι οφειλόμενες στην ξήρανση ποσοτικές απώλειες δεν περιλαμβάνονται στον υπολογισμό του ορίου ανοχής της διατήρησης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " drying " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "drying" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "drying" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη