Μετάφραση του "ductility" σε Ελληνικά

Οι Ολκιμότητα, Ικανότητα διαστολής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ductility" σε Ελληνικά.

ductility noun γραμματική

(physics) Ability of a material to be drawn out longitudinally to a reduced section without fracture under the action of a tensile force. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ολκιμότητα

    These physical differences relate in particular to tensile strength, coating and ductility.

    Τα φυσικά αυτά χαρακτηριστικά αφορούν ιδίως την αντοχή σε εφελκυσμό, την επικάλυψη και την ολκιμότητα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ductility " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Ductility
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ικανότητα διαστολής

Εικόνες με "ductility"

Φράσεις παρόμοιες με "ductility" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ductility" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη