Μετάφραση του "due" σε Ελληνικά

Οι οφειλόμενος, προσήκων, αρμόδιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "due" σε Ελληνικά.

due adjective noun adverb γραμματική

Owed or owing [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οφειλόμενος

    I'm just saying, this guy's got one epic bill come due.

    Αυτό που θέλω να πω, αυτός που απέκτησε έναν επικό λογαριασμό, έρχεται οφειλόμενος.

  • προσήκων

    The coastal State shall give due publicity to all such laws and regulations.

    Το παράκτιο κράτος δίδει την προσήκουσα δημοσιότητα σε όλους αυτούς τους νόμους και κανονισμούς.

  • αρμόδιος

    adjective

    for any measure which may give rise to or modify a debt due to the Communities.

    φύση του είναι δυνατόν να προκαλέσει ή να τροποποιήσει μια απαίτηση των Κοινοτήτων, ο αρμόδιος διατάκτης καταρτίζει μια πρόταση βεβαίωσης της απαίτησης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εύθετος
    • απαιτητός
    • πληρωτέος
    • προγραμματισμένος
    • ανάλογος
    • αναμενόμενος
    • δέων, -ουσα, -ον
    • πρέπων, -ουσα, -ον
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " due " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "due" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "due" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη