Μετάφραση του "dunking" σε Ελληνικά

Οι βούτηγμα, κάρφωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dunking" σε Ελληνικά.

dunking noun verb γραμματική

The act or process of briefly submerging or immersing an object or person in a liquid, as in dunking a cookie in milk, or dunking a playmate in the swimming pool. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βούτηγμα

    neuter

    submerging

    The baseball, and the dunking, and the wine, the schnitzell, and the song...

    Το μπέιζμπολ, το βούτηγμα, το κρασί, το σνίτσελ, το τραγούδι...

  • κάρφωμα

    neuter

    basketball

    In other words, it's a sure thing, slam dunk.

    Με άλλα λόγια είναι στάνταρ, κάρφωμα στην μάπα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dunking " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dunking" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βουτώ · κάρφωμα · καρφί · καρφώνω
  • εξασφαλισμένη επιτυχία · καρφί, κάρφωμα · παιχνιδάκι · σίγουρη νίκη · την πέφτω σε · φως φανάρι
  • τριποντάκιας
  • βουτώ · κάρφωμα · καρφί · καρφώνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dunking" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη