Μετάφραση του "dutiful" σε Ελληνικά

Οι υπάκουος, φιλότιμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dutiful" σε Ελληνικά.

dutiful adjective γραμματική

Accepting of one's legal or moral obligations and willing to do them well, and without complaint. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπάκουος

    adjective masculine

    As a dutiful son, I love him dearly.

    Ως γιος υπάκουος, τον αγαπώ ακριβά.

  • φιλότιμος

    masculine

    Bigger population, more tax revenue to pay dutiful men like you.

    Μεγαλύτερος πληθυσμός, μεγαλύτερη εισροή φόρων για να πληρώ - νονται φιλότιμοι άντρες σαν κι εσένα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dutiful " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dutiful" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dutiful" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη