Μετάφραση του "dye" σε Ελληνικά

Οι βαφή, βάφω, χρώμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dye" σε Ελληνικά.

dye verb noun γραμματική

A colourant, especially one that has an affinity to the substrate to which it is applied. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βαφή

    noun feminine

    a colourant, especially one that has an affinity to the substrate to which it is applied [..]

    Products shall contain an aversive agent and, where appropriate, a dye.

    Τα προϊόντα περιέχουν μέσο πρόκλησης αποστροφής και, όπου ενδείκνυται, βαφή.

  • βάφω

    verb

    to colour with dye [..]

    I'm dyeing my hair black.

    Βάφω τα μαλλιά μου μαύρα.

  • χρώμα

    noun neuter

    You're stripping the dye from cheap farm diesel and selling it off as commercial fuel.

    Βγάζετε το χρώμα από φτηνό πετρέλαιο και το πουλάτε για βενζίνη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χρωστική ύλη
    • χρωματίζω
    • βαφική ύλη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dye " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Dye
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Χρωστική ουσία, μπογιά

Εικόνες με "dye"

Φράσεις παρόμοιες με "dye" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dye" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη