Μετάφραση του "dying" σε Ελληνικά

Οι βαφή, ετοιμοθάνατος, χαρμανιασμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dying" σε Ελληνικά.

dying adjective noun verb γραμματική

About to die. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βαφή

    noun feminine

    Coniferous wood in chips or particles (excl. those of a kind used principally for dying or tanning purposes)

    Ξυλεία κωνοφόρων σε πλακίδια ή σε μικρά τεμάχια (εκτός από ξυλεία των ειδών που χρησιμοποιούνται κυρίως για τη βαφή ή τη δέψη)

  • ετοιμοθάνατος

    adjective masculine

    It was the man whom he met four years earlier, the man who was supposedly dying!

    Ήταν ο άντρας τον οποίο είχε συναντήσει πριν από τέσσερα χρόνια, ο άντρας που υποτίθεται ότι ήταν ετοιμοθάνατος!

  • χαρμανιασμένος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dying " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dying" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dying" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη