Μετάφραση του "earthing" σε Ελληνικά
Το γείωση είναι η μετάφραση του "earthing" σε Ελληνικά.
earthing
verb
noun
Present participle of earth. [..]
-
γείωση
noun feminineThe earthing of substations and sectioning locations shall be integrated into the general earthing system along the route.
Η γείωση υποσταθμών και σημείων διαχωρισμού εντάσσεται στο γενικό σύστημα γείωσης κατά μήκος της διαδρομής.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " earthing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "earthing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Χοάνη παγκόσμιας κάλυψης
-
ΚΜΓΠΑ (Κέντρο Μελετών Γεωπλήσιων Αντικειμένων)
-
Ονούα – ο Τόα της Γης
-
θυμόσοφος · προσγειωμένος · ρεαλιστής, -ικός
-
βρόχος γης
-
Προστασία διαρροής προς τη γη
-
απευθείας γειωμένος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη