Μετάφραση του "easing" σε Ελληνικά
Οι ανακούφιση, χαλάρωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "easing" σε Ελληνικά.
easing
noun
verb
γραμματική
Present participle of ease. [..]
-
-
ανακούφιση
noun feminineSecondly, we must pursue the goal of easing the pressure on public budgets.
Δεύτερον, θα πρέπει να έχουμε σαν στόχο την ανακούφιση των δημοσίων προϋπολογισμών.
-
χαλάρωση
Noun feminineIt is not the easing of requirements that is needed, but the facilitation of meeting those requirements.
Αυτό που χρειάζεται δεν είναι η χαλάρωση των απαιτήσεων, αλλά η διευκόλυνση της εκπλήρωσης αυτών των απαιτήσεων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " easing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "easing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άνεση · αμβλύνω · ανάπαυλα · ανάπαυση · ανακουφίζομαι · ανακουφίζω · αποκλιμακώνω · αφέλεια τρόπων · βοηθώ · διευκολύνω · ειρήνη · εκτονώνω · ελαφρύνω · ευκολία · ευκολύνω · ησυχάζω · ησυχία · κάμψη · καθιστώ ελαστικότερο · λασκάρω · μειώνω · μετριάζω · ξεκούραση · συντομεύω · χαλαρώνω
-
ποσοτική χαλάρωση-διευκόλυνση
-
Κέντρο διευκόλυνσης πρόσβασης
-
καθησυχάζω
-
κάνω χώρο
-
Ομαλή κίνηση προς τα μέσα
-
συνάρτηση εξομάλυνσης
-
ανάπαυση · ημιανάπαυση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη