Μετάφραση του "easygoing" σε Ελληνικά

Οι καλόβολος, ξένοιαστος, χαλαρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "easygoing" σε Ελληνικά.

easygoing adjective γραμματική

(of a person) calm, relaxed, casual and informal [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καλόβολος

    I suppose an easygoing man would tend to accept such a situation philosophically.

    Υποθέτω ότι ένας καλόβολος άνθρωπος θα αποδεχόταν μια τέτοια κατάσταση φιλοσοφικά.

  • ξένοιαστος

    Adjective
  • χαλαρός

    adjective masculine

    You can help the child to make the transition by being neither too restrictive nor too easygoing.

    Μπορείτε να βοηθήσετε το παιδί χωρίς να είσθε ούτε πολύ περιοριστικός, ούτε πολύ χαλαρός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " easygoing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "easygoing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "easygoing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη