Μετάφραση του "echinacea" σε Ελληνικά
Οι εχινάκεα, γένος Echinacea είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "echinacea" σε Ελληνικά.
echinacea
noun
γραμματική
(countable) Any of several plants, of genus Echinacea , having pinkish-purple flowers. [..]
-
εχινάκεα
feminineextract [..]
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " echinacea " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Echinacea
noun
small genus of North American coarse perennial herbs
-
γένος Echinacea
noun
Φράσεις παρόμοιες με "echinacea" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γένος Echinacea
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη