Μετάφραση του "edging" σε Ελληνικά

Οι κράσπεδο, άκρη, μπορντούρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "edging" σε Ελληνικά.

edging noun verb γραμματική

Something that forms, defines or marks the edge. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κράσπεδο

    noun neuter
  • άκρη

    noun feminine

    Teetering on the edge of oblivion has spoiled my appetite for heights.

    To να τρεκλίζω στην άκρη της λήθης, μου χάλασε την όρεξη για τα ύψη.

  • μπορντούρα

    noun feminine

    It is beautiful, ma'am, with its lace edging and dome silk-covered buttons.

    Είναι πανέμορφο, κυρία με τη δαντελένια μπορντούρα και τα θολωτά, μεταξένια κουμπιά.

  • ρέλι

    noun

    She had a white knitted marquee matinee jacket with a pale lemon edging.

    'Ενα άσπρο, πλεκτό ζ ακετάκι με ανοιχτό λεμονί ρέλι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " edging " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "edging" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ρόλος διακομιστή μεταφοράς ακμής
  • καθηλώνω κπ · καρφώνω κπ στη θέση του · κρατάω κπ σε αγωνία · τσιτώνω κπ
  • αρχείο εγγραφής ακμής
  • δίκοπο μαχαίρι · δίκοπο σπαθί
  • άκρη · άκρο · ακμή · ακονίζω · εσχατιά · κινούμαι προσεχτικά · κινούμαι σιγά · κόχη · κόψη · λάμα · λεπίδα · μεταίχμιο · οξύτητα · πέρας · παρυφή · περιθώριο · πηγαίνω πλαγίως · πλαισιώνω · πλεονέκτημα · ρελιάζω · τέλος · τέρμα · τόξο · χείλος · όριο
  • πλησιάζω προσεκτικά · προσεγγίζω αργά · χώνω
  • παρεμβάλλω · στριμώχνω · χώνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "edging" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη