Μετάφραση του "edit" σε Ελληνικά
Οι επεξεργάζομαι, επεξεργασία, συντάσσω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "edit" σε Ελληνικά.
A change to the text of a document. [..]
-
επεξεργάζομαι
verbTo make a change to an existing file or document.
I was not the only person editing the open street map.
Δεν ήμουν ο μόνος που επεξεργάστηκε τον ανοιχτό χάρτη δρόμων.
-
επεξεργασία
nounTo make a change to an existing file or document.
Film reality, my man, it' s made in the editing room, you know?
Όλη η κινηματογραφική πραγματικότητα δημιουργείται στην επεξεργασία, δικέ μου
-
συντάσσω
verbAfter classes, he loved to edit the school newspaper.
Μετά τα μαθήματα, του άρεσε να συντάσσει στη σχολική εφημερίδα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εκδίδω
- μοντάρω
- σχολιάζω έκδοση
- τροποποιώ
- αναθεωρώ
- αλλοιώνω
- διορθώνω (χειρόγραφο)
- επιμελούμαι (υλικό)
- μεταβάλλω τη διάταξη (γονιδίων)
- μεταλλάσσω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " edit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
The name of a menu in a conversation window from which the user can cut, copy, paste, or delete text; undo recent actions, select all text, and change font and text size settings.
-
Επεξεργασία
The name of a menu in a conversation window from which the user can cut, copy, paste, or delete text; undo recent actions, select all text, and change font and text size settings.
Edit the selected emoticon to change its icon or its text
Επεξεργασία του επιλεγμένου εικονιδίου διάθεσης για την τροποποίηση του εικονιδίου ή του κειμένου του
-
Επιμελούμαι, διασκευάζω
Εικόνες με "edit"
Φράσεις παρόμοιες με "edit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
λειτουργία επεξεργασίας
-
στερεότυπη έκδοση
-
μοντάζ
-
στοιχείο ελέγχου επεξεργασίας αναζήτησης
-
εντολή επεξεργασίας
-
μαζική επεξεργασία
-
ανασυντάσσω · επανεκδίδω · ετοιμάζω νέα έκδοση
-
κλεψίτυπη έκδοση