Μετάφραση του "efficient" σε Ελληνικά

Οι αποδοτικός, αποτελεσματικός, ικανός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "efficient" σε Ελληνικά.

efficient adjective γραμματική

Making good, thorough, or careful use of resources; not consuming extra. Especially, making good use of time or energy. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποδοτικός

    adjective masculine

    We've determined the most efficient way to spread the pathogen is by using three parallel distribution channels.

    Προσδιορίσαμε ότι ο πιο αποδοτικός τρόπος, εξάπλωσης του παθογόνου, είναι χρησιμοποιώντας τρία παράλληλα κανάλια διανομής.

  • αποτελεσματικός

    adjective masculine

    Provision must be made for efficient ventilation of the cab.

    Πρέπει να λαμβάνεται πρόνοια για να εξασφαλίζεται αποτελεσματικός αερισμός του θαλαμίσκου.

  • ικανός

    adjective masculine

    I hope your commander is more efficient than his predecessor.

    Ελπίζω ο Διοικητής σου να είναι πιο ικανός από τον προκάτοχό του.

  • δραστήριος

    adjective

    Now as if the House is that efficient.

    Η Βουλή δεν είναι τόσο δραστήρια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " efficient " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "efficient" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "efficient" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη