Μετάφραση του "egg cell" σε Ελληνικά
Οι Ωάριο, ωάριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "egg cell" σε Ελληνικά.
egg cell
noun
γραμματική
A cell, found in females, which merges with a sperm cell to form a zygote. [..]
-
Ωάριο
haploid female reproductive cell or gamete
For example, a fertilised human egg cell can only become a human being and nothing else.
Ένα παράδειγμα: από ένα γονιμοποιημένο ανθρώπινο ωάριο μπορεί να αναπτυχθεί μόνο ένα ανθρώπινο ον και τίποτα άλλο.
-
ωάριο
noun neuterConsider what happens to a newly fertilized egg cell.
Προσέξτε τι συμβαίνει σε ένα πρόσφατα γονιμοποιημένο ωάριο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " egg cell " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη