Μετάφραση του "eggshell" σε Ελληνικά
Οι αβγότσουφλο, τσόφλι, τσόφλι αυγού είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eggshell" σε Ελληνικά.
eggshell
adjective
noun
γραμματική
The shell around an egg. [..]
-
αβγότσουφλο
noun neuterobject
-
τσόφλι
noun neuterThe chick flies away and the eggshell disintegrates.
Το κοτοπουλάκι πετάει μακριά και το τσόφλι αποσυντίθεται.
-
τσόφλι αυγού
noun neuterMay you die with that eggshell glued on your head.
Μακάρι να πεθάνεις με αυτό το τσόφλι αυγού κολλημένο στο κεφάλι σου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " eggshell " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη