Μετάφραση του "elation" σε Ελληνικά

Οι αγαλλίαση, χαρά, ενθουσιασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "elation" σε Ελληνικά.

elation noun γραμματική

An exhilarating psychological state of pride and optimism. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγαλλίαση

    noun feminine

    The elation Mr. Woodhouse felt was soon shared by many.

    Την αγαλλίαση που ένιωσε ο κ. Γούντχαους, σύντομα μοιράστηκαν και άλλοι.

  • χαρά

    noun feminine

    David was so proud of me, and I was elated.

    Ο Ντέιβιντ ήταν πολύ υπερήφανος για μένα κι εγώ ήμουν γεμάτη χαρά.

  • ενθουσιασμός

    noun masculine

    Also an elation in being the one that walks away.

    Υπάρχει και ένας ενθουσιασμός επειδή εσύ είσαι αυτός που τη γλίτωσε.

  • έξαρση

    Where I met the station master With elation

    Όταν συνάντησα τον κύριο σταθμάρχη με έξαρση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " elation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "elation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αναπτερώνω · εγκαρδιώνω · εμψυχώνω · ενθαρρύνω · ενθουσιάζω
  • εκστασιασμένος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "elation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη