Μετάφραση του "eld" σε Ελληνικά
Οι ηλικία, τρίτη ηλικία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eld" σε Ελληνικά.
eld
adjective
verb
noun
γραμματική
(obsolete) one's age, age in years, period of life. [..]
-
ηλικία
noun feminine -
τρίτη ηλικία
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " eld " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Eld
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Eld" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Eld στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη