Μετάφραση του "elect" σε Ελληνικά
Οι εκλέγω, διαλέγω, επιλέγω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "elect" σε Ελληνικά.
elect
adjective
verb
noun
γραμματική
(uncountable) (theology) In Calvinist theology, those foreordained to Heaven. [..]
-
εκλέγω
verbto choose in election
And it does not end well for the elected regime.
Και δεν τελειώνει καλά για το εκλεγμένο καθεστώς.
-
διαλέγω
verbto choose or make decision
But the big decision is the asset allocation mix you decide to elect.
Αλλά η μεγάλη απόφαση είναι σε ποιο πρόγραμμα θα διαλέξεις να επενδύσεις.
-
επιλέγω
verbThe Giants elect to receive after the coin toss.
Οι Γίγαντες επιλέγουν την μπάλα μετά το στρίψιμο του νομίσματος.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εκλεκτός
- ψηφίζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " elect " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "elect" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έμμεση εκλογή
-
οργάνωση των εκλογών
-
αρχαιρεσίες
-
μελλοντικά
-
επανεκλογή
-
εκλογικός θρίαμβος
-
γενικές εκλογές
-
εκλογικό αποτέλεσμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη