Μετάφραση του "electrical engineering" σε Ελληνικά
Οι κατασκευή ηλεκτρολογικών και ηλεκτρονικών ειδών, βιομηχανία ηλεκτρικών ειδών, επιστήμη ηλεκτρολόγων μηχανικών είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "electrical engineering" σε Ελληνικά.
electrical engineering
noun
γραμματική
A The branch of engineering that deals with the technology of electricity, especially the design and application of circuitry and equipment for power generation and distribution, machine control, and communications. [..]
-
κατασκευή ηλεκτρολογικών και ηλεκτρονικών ειδών
Engineering that deals with practical applications of electricity.
-
βιομηχανία ηλεκτρικών ειδών
feminine -
επιστήμη ηλεκτρολόγων μηχανικών
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ηλεκτρολογία
- ηλεκτρολογία μηχανική
- ηλεκτρολόγος μηχανικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " electrical engineering " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "electrical engineering" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ινστιτούτο ηλεκτρολόγων και ηλεκτρονικών μηχανικών
-
ίδρυμα ηλεκτρολόγων και ηλεκτρονικών μηχανικών
-
Ινστιτούτο ηλεκτρολόγων και ηλεκτρονικών μηχανικών
-
ηλεκτρολόγος · ηλεκτρολόγος μηχανικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη