Μετάφραση του "electrification" σε Ελληνικά
Το ηλέκτριση είναι η μετάφραση του "electrification" σε Ελληνικά.
electrification
noun
γραμματική
The act of electrifying, or the state of being charged with electricity. [..]
-
ηλέκτριση
noun femininethe act of electrifying, or the state of being charged with electricity
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " electrification " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη