Μετάφραση του "electrolytic" σε Ελληνικά
Το ηλεκτρολυτικός είναι η μετάφραση του "electrolytic" σε Ελληνικά.
electrolytic
adjective
noun
γραμματική
of, relating to, or using electrolysis [..]
-
ηλεκτρολυτικός
Adjectiveelemental iron (carbonyl + electrolytic + hydrogen reduced
στοιχειακός σίδηρος (καρβονυλικός + ηλεκτρολυτικός + από αναγωγή με υδρογόνο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " electrolytic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "electrolytic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ηλεκτρολυτικού βαθμού σκληρότητας
-
Ηλεκτρολύτης · ηλεκτρολύτης
-
ηλεκτρολυτικός πυκνωτής
-
Ηλεκτρολύτης
-
μπαταρία δεσμευμένου ηλεκτρολύτη
-
ηλεκτρολυτική οξείδωση
-
θεωρία του Arrhenius
-
ηλεκτρολυτικό στοιχείο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη