Μετάφραση του "electron" σε Ελληνικά
Οι ηλεκτρόνιο, Ηλεκτρόνιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "electron" σε Ελληνικά.
electron
noun
γραμματική
(physics) The subatomic particle having a negative charge and orbiting the nucleus; the flow of electrons in a conductor constitutes electricity. [..]
-
ηλεκτρόνιο
noun neuterthe negatively charged subatomic particles that orbit atoms [..]
When they observed, the electron went back to behaving like a little marble.
Όταν παρακολουθούσαν, το ηλεκτρόνιο συμπεριφερόταν σαν μικρή μπίλια.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " electron " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Electron
-
Ηλεκτρόνιο
When they observed, the electron went back to behaving like a little marble.
Όταν παρακολουθούσαν, το ηλεκτρόνιο συμπεριφερόταν σαν μικρή μπίλια.
Φράσεις παρόμοιες με "electron" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Μέτρα υποστήριξης / επιτήρησης ηλεκτρονικού
-
Πρότυπο κοινού ηλεκτρονικού ταμείου
-
Σύνθετος ηλεκτρονικός εξοπλισμός
-
Πρότυπο κοινού ηλεκτρονικού ταμείου
-
ενισχυτής
-
Νομικά εξουσιοδοτημένη ηλεκτρονική επιτήρηση
-
Ηλεκτρονικό μητρώο υγείας
-
Ηλεκτρονικό σύστημα αναγνώρισης οχημάτων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη