Μετάφραση του "electronic" σε Ελληνικά
Οι ηλεκτρονικός, ηλεκτρονιακός, άυλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "electronic" σε Ελληνικά.
(physics, chemistry): Of or pertaining to an electron or electrons. [..]
-
ηλεκτρονικός
adjective masculinegenerated by electronic device [..]
One of the second means of identification is an electronic transponder.
Το δεύτερο μέσο αναγνώρισης μπορεί να είναι ηλεκτρονικός πομποδέκτης.
-
ηλεκτρονιακός
pertaining to electrons
-
άυλος
Adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " electronic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
One of the music genres that appears under Genre classification in Windows Media Player library. Based on ID3 standard tagging format for MP3 audio files. ID3v1 genre ID # 52.
-
Ηλεκτρονικός
Railway applications — Electronic equipment used on rolling stock
Σιδηροδρομικές εφαρμογές — Ηλεκτρονικός εξοπλισμός που χρησιμοποιείται σε τροχαίο υλικό
-
Ηλεκτρονική
One of the music genres that appears under Genre classification in Windows Media Player library. Based on ID3 standard tagging format for MP3 audio files. ID3v1 genre ID # 52.
Electronic engine management control unit for NG fuelling
Ηλεκτρονική μονάδα ελέγχου ρύθμισης του κινητήρα σε οχήματα τροφοδοτούμενα με φυσικό αέριο
-
Μέτρα υποστήριξης / επιτήρησης ηλεκτρονικού
Εικόνες με "electronic"
Φράσεις παρόμοιες με "electronic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Μέτρα υποστήριξης / επιτήρησης ηλεκτρονικού
-
Πρότυπο κοινού ηλεκτρονικού ταμείου
-
Σύνθετος ηλεκτρονικός εξοπλισμός
-
Πρότυπο κοινού ηλεκτρονικού ταμείου
-
ενισχυτής
-
Νομικά εξουσιοδοτημένη ηλεκτρονική επιτήρηση
-
Ηλεκτρονικό μητρώο υγείας
-
Ηλεκτρονικό σύστημα αναγνώρισης οχημάτων