Μετάφραση του "elemental" σε Ελληνικά
Οι στοιχειώδης, απλός, βασικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "elemental" σε Ελληνικά.
elemental
adjective
noun
γραμματική
(chemistry) of, relating to, or being an element (as opposed to a compound) [..]
-
στοιχειώδης
adjective masculine, feminineBut all the elements are made of the same elementary particles.
Αλλά όλα τα στοιχεία φτιάχνονται από τα ίδια στοιχειώδη σωματίδια.
-
απλός
adjectiveInorganic compounds of phosphorus and elemental phosphorus.
Ανόργανες ενώσεις του φωσφόρου και απλός φωσφόρος.
-
βασικός
adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- θεμελιώδης
- ουσιώδης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " elemental " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "elemental" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
στοιχείο εμπορικής επωνυμίας
-
περιορισμός 2 στοιχείων
-
Τέσσερα στοιχεία
-
στοιχείο πίνακα στοχοθεσίας
-
Ανάλυση πεπερασμένων στοιχείων
-
αποκλειστικό στοιχείο
-
περιλαμβανόμενο στοιχείο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη