Μετάφραση του "elicit" σε Ελληνικά
Οι αποσπώ, εξάγω, προκαλώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "elicit" σε Ελληνικά.
elicit
adjective
verb
γραμματική
To evoke, educe (emotions, feelings, responses, etc.); to generate, obtain, or provoke as a response or answer. [..]
-
αποσπώ
verbMy interrogator threatened to hurt her to elicit a confession from me.
Ο ανακριτής μου απείλησε να την πειράξει, για να αποσπάσει ομολογία από μένα.
-
εξάγω
verb -
προκαλώ
verbMay elicit asthma-like reactions in individuals with asthma.
Mπορεί να προκαλέσει συμπτώματα άσθματος σε άτομα που πάσχουν από άσθμα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αποκαλύπτω
- εκμαιεύω
- επισύρω
- ξεσκεπάζω
- παρακινώ
- τραβώ
- πυροδοτώ
- συμπεραίνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " elicit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "elicit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εξαγωγή
-
αποσπώ · προκαλώ
-
εξαγωγή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη